Η καρυδιά

του Ορέστη Δαβία
Η πεποίθησή μου πως η Καρυδιά (Juglans regia) είναι το πιο όμορφο απ’ όλα τα καλλιεργούμενα δέντρα και μαζί ένα από τα πολυτιμότερα, ασφαλώς και είναι υποκειμενική. Είμαι πάντως βέβαιος πως όποιος έχει σταθεί καλοκαιριάτικα μέσα στην καλοδεχούμενη σκιά που σχηματίζεται κάτω από μια καρυδιά και έχει εισπνεύσει το δυνατό άρωμα που διαχέουν ολόγυρα τα φύλλα της, θα συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με το αισθητικό μέρος της παραπάνω διαπίστωσης.
Όσον αφορά, πάλι, τη μεγάλη χρησιμότητα της, τα επιστημονικά δεδομένα που τη διατρανώνουν πληθαίνουν διαρκώς, επιβεβαιώνοντας έτσι παλιές πεποιθήσεις για τις φαρμακευτικές ιδιότητες των φύλλων και του περιβλήματος των καρπών της, αλλά και αιφνιδιάζοντάς με νέες αλήθειες σχετικές με την αντιγηραντική, αντικαρκινική και αντιχοληστερινική δράση των καρυδιών. Απόρροια των παραπάνω είναι η παγκόσμια ζήτηση σε καρύδι να αυξάνεται χρόνο με το χρόνο, το ίδιο και οι εγκαταστάσεις νέων φυτειών καρυδιάς.

Μέχρι τώρα, δυστυχώς, η χώρα μας όμως δεν επένδυσε στη δυναμική του καρυδιού, παρότι οι συνθήκες για την καλλιέργειά του είναι ιδανικές σε πολλές περιοχές της. Σύμφωνα με τα ημι-επίσημα στοιχεία που μπόρεσα να συγκεντρώσω η ετήσια ελληνική παραγωγή καρυδιού ανέρχεται γύρω στους 20 χιλιάδες τόνους, ενώ υπολογίζεται ότι εισάγονται περίπου 10 χιλιάδες τόνοι από τη Γαλλία, την Ουκρανία και κάποιες βαλκανικές χώρες. Υπάρχει πάντως μια εμφανής στροφή στην εγχώρια αγορά προς το ελληνικό καρύδι λόγω κυρίως της εξαιρετικής ποιότητάς του αλλά και επειδή η έλλειψη ρευστότητας, εξαιτίας της κρίσης, δεν ευνοεί τις εισαγωγές.
Ας αναλογιστούν λοιπόν όσοι αναζητούν μια προσοδοφόρα γεωργική δραστηριότητα πως η καρυδιά είναι δέντρο που προσαρμόζεται εύκολα σε μεγάλο εύρος συνθηκών, καλλιεργείται δηλαδή σε εδάφη με pH από 6,5 ως 8, ευδοκιμεί σε μικρά αλλά και μεγάλα υψόμετρα, ενώ δεν απαιτεί δαπανηρές και επίπονες φροντίδες. Προτιμά περιοχές με δροσερό κλίμα αλλά χωρίς πρώιμους παγετούς, αποστρέφεται τον καύσωνα και ευνοείται από τις συχνές βροχοπτώσεις, όχι πάντως τις ανοιξιάτικες που εμποδίζουν την καρπόδεση. Κατά μέσο όρο στη χώρα μας αποδίδει περίπου 250 κιλά καρυδιών (ή 100 κιλών ψίχας) ανά στρέμμα, αν όμως γίνει επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας και τα δέντρα φυτεύονται (κατά προτίμηση σε τετράγωνα 10 x 10 μ.) σε εύφορο έδαφος, κλαδεύονται και τέλος λιπαίνονται με τον ιδανικό τρόπο, η παραγωγή μπορεί να είναι ακόμα και 3 φορές μεγαλύτερη. Οι πιο αξιόλογες ξενικές ποικιλίες που διακινούνται από τα ελληνικά φυτώρια είναι οι Φρανκέτ, Τσάντλερ, Χάρτλεϋ και μερικές ακόμα, επειδή καρποφορούν για πρώτη φορά σχετικά γρήγορα (μετά από 4 με 5 χρόνια) και παράγουν καρύδια με τα χαρακτηριστικά που ζητά η αγορά, τον μεγάλο δηλαδή καρπό και την ανοιχτόχρωμη ψίχα.
Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει πως είναι καταδικασμένος να αποτύχει όποιος η περιοχή του δεν «σηκώνει» τις παραπάνω ποικιλίες ή φροντίζει έναν παλαιό καρυδεώνα. Κι αυτό γιατί στο μεγαλύτερο μέρος της η καρυδόψιχα στοχεύει τελικά τα ζαχαροπλαστεία και καταλήγει σε χριστουγεννιάτικα γλυκά, συνεπώς διακινείται σπασμένη, με χρωματικά κριτήρια λιγότερο αυστηρά από εκείνα που αφορούν τα καρύδια που διατηρούνται επί μακρόν στο τσόφλι και οφείλουν με το μέγεθος και την εμφάνιση τους να ξελογιάζουν τον υποψήφιο αγοραστή.
Προτείνω πάντως ανεπιφύλακτα και φυτεύσεις παραδοσιακών ελληνικών ποικιλιών, όπως τα αφράτα τσιποκάρυδα, τα αυγουλάτα και τα αγιορείτικα που περιέχουν εκλεκτή ψίχα. Πολύ σημαντικός παράγοντας για την εμπορική επιτυχία μιας καλλιέργειας καρυδιάς είναι μετά την αφαίρεση του πράσινου εξωκαρπίου τα καρύδια να ξεραίνονται σωστά και να συντηρούνται σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας και υγρασίας, γιατί αλλιώς χαλάνε εύκολα. Τούτο απαιτεί την συνεργασία με μια μονάδα επεξεργασίας που δεν θα πρέπει να βρίσκεται πολύ μακριά ή την αγορά του απαραίτητου εξοπλισμού, σε περίπτωση μόνο που η φυτεία σας καταλαμβάνει μεγάλη έκταση ή είστε πρόθυμος να συνεργαστείτε με άλλους παραγωγούς της περιοχής σας. 
Ένα από τα ελάχιστα προβλήματα που παρουσιάζει η καλλιέργεια της καρυδιάς είναι η απροθυμία της στο να δέχεται άλλα δέντρα και φυτά κοντά της. Αιτία γι’ αυτό της το χαρακτηριστικό είναι η αλληλοπαθητική ουσία γιουγκλόνη που απελευθερώνεται κυρίως από τις ρίζες της και εμποδίζει την ανάπτυξη κηπευτικών, δημητριακών και οπωροφόρων αποκλείοντας έτσι σχεδόν κάθε πιθανότητα για συγκαλλιέργεια, γεγονός ασφαλώς δυσμενές αν αναλογιστούμε την έκταση που καταλαμβάνουν οι καρυδιές, αραιά όπως φυτεύονται. Αν είστε δεισιδαίμων υπάρχει επίσης το πολύ σοβαρό ζήτημα μιας αρκετά διαδεδομένης δοξασίας που προειδοποιεί ότι εκείνος που φυτεύει μια καρυδιά ποτέ δεν προλαβαίνει να γευτεί τον καρπό της. Φρονώ πως μια λογική εξήγηση γι’ αυτήν είναι ότι οι παλαιότερες ποικιλίες αργούσαν πράγματι πολύ να καρπίσουν, αν πάντως παραμένετε διστακτικοί είναι σίγουρο πως δεν θα δυσκολευτείτε να βρείτε λεβέντες πρόθυμους, με το αζημίωτο φυσικά, να προβούν αυτοί στις απαραίτητες δεντροφυτεύσεις.
Η καρυδόψιχα είναι μια πολύ θρεπτική τροφή, με μεγάλη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες (15%) και λιπαρά (65%), η οποία συνιστάται σε όσους καταπονούνται πνευματικά και σωματικά. Είναι πλούσια πηγή των πολύτιμων ω-3 λιπαρών οξέων, ενώ η αναλογία ανάμεσα στα πολυακόρεστα και τα κεκορεσμένα λιπαρά της είναι εξαιρετική (8 : 1). Αν λάβουμε επίσης υπ’ όψιν μας ότι αποστρέφεται το αλάτι και συνήθως τρώγεται ωμή, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί έχει τη φήμη του πιο υγιεινού ξηρού καρπού. Εκτός από τη καθιερωμένη χρήση της στη ζαχαροπλαστική βρίσκει πολλές εφαρμογές και στη μαγειρική, δίνοντας μια νότα «αγριότητας» σε ωμές και βραστές σαλάτες, τυριά, ζυμαρικά και ρύζια.
Με τα άγουρα καρύδια σε πολλά μέρη της Ελλάδας φτιάχνουν το θαυμάσιο γλυκό του κουταλιού «καρυδάκι» που διαθέτει τονωτικές ιδιότητες. Το περίφημο καρυδέλαιο εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, χρησιμοποιείται στην σαπωνοποιία και τη ζωγραφική. Το πράσινο περίβλημα των καρυδιών είναι στυπτικό και χρησιμοποιείται σε θεραπευτικά λουτρά και επιθέματα, ενώ γαργαρισμοί με το αφέψημά των φύλλων της καρυδιάς καταπολεμούν φλεγμονές του στόματος και του λάρυγγα. Ο φλοιός του δέντρου προσφέρει βοήθεια σε επίμονες περιπτώσεις ακμής, τονώνει τα μαλλιά και τα κάνει πιο σκούρα και λαμπερά.
Η καρυδιά έχει ξύλο ανοιχτού καστανού χρώματος με ωραία «νερά», αρκετά σκληρό και βαρύ, αλλά εύκολο στην κατεργασία του και ιδιαίτερα ανθεκτικό. Χρησιμοποιείται ευρέως στην επιπλοποιία, καθώς στιλβώνεται πολύ όμορφα, ενώ εκτιμάται πολύ και στην ξυλογλυπτική.



 
Share on Google Plus

About Lamia Times

Το Domokos-News, η νέα διαδραστική πύλη με άρθρα, σχολιασμό και ενημέρωση από και για το Δήμο Δομοκού, φιλοδοξεί να γίνει δίαυλος επικοινωνίας και ενημέρωσης μεταξύ των κατοίκων και των καταγόμενων από την περιοχή Δομοκού.
    Blogger Comment
    Facebook Comment